Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Χάρος βγήκε παγανιά: ΔΙΧΑΣΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ (Επεισόδιο 2)

Βαριέμαι να ξαναλέω τα ίδια για το Χάρο με τα κοκάλινα αρχίδια και τα ποιήματα και τις βαρκάδες στον Αχέροντα, οπότε όσοι δεν έχετε διαβάσει το πρώτο επεισόδιο και την εισαγωγή
εδώ πρώτα:
(Ναι, αυτό είναι link. Πατήστε πάνω του.)

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 1

Ψάξτε πάλι για το χαζό το λάθος και βάλτε και το rainymood για ατμόσφαιρα και χιπστεριά.
http://www.rainymood.com/




ΔΙΧΑΣΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

Επεισόδιο 2

  Ο Γιόχαν λιπόθυμος με χύσια στη μύτη, περιοδόβρακο κατεβασμένο και το γράμμα στο χέρι ονειρεύεται κοιλάδες γεμάτες λουλούδια σε φεγγαρόφωτες βουνοπλαγιές του Βερολίνου.
Τα πλάσματα της νύχτας τον καυλάντιζαν από χιλιόμετρα κι αυτός, πιστός στον έρωτα του, δεν ακολουθούσε το μελωδικό τους τραγούδι και το κάλεσμά τους.
Δεν τον ένοιαζε που χόρευαν όμορφα γύρω από την ασημένια λίμνη και χαχάνιζαν γλυκά. Αυτός αυνανιζόταν με το αριστερό χέρι πάνω από κάτι λουλούδια σε σχήμα σβάστικας
και έκλαιγε...
Τα δάκρυά του πότιζαν την γόνιμη χώρα και σαν κρύσταλλο κυλούσαν προς την ίδια κατεύθυνση... αργά αργά.

  Συγκεντρώνοντας όση δύναμη του είχε απομείνει, σηκώνεται και περήφανος σαν πέρδικα όδευσε προς τις νεραϊδούλες με τα τεράστια καυλιά.
-"Σας φτύνω! Φτου!", ζεστό σάλιο γεμάτο απέχθεια και μίσος έφυγε από το στόμα του! "Εγώ έναν αγαπάω και έναν νοιάζομαι! Μαζέψτε τα μαδέρια σας, δεν ψαρώνω!"
-"Καλός μαλάκας είσαι προφανώς!", είπε η νεράιδα με τα πέτσινα και το μουστάκι. "Ερωτεύτηκε ναζι η πούστρα! Παρ'τ'αρχίδα μου ρε!"
-"Δεν μπορείτε να καταλάβετε τίποτα!", αναφώνησε ο Γιόχαν και έφυγε κλαίγοντας!

  Ξαφνικά πέφτει μέσα σε μια μεγάλη τρύπα! (όνειρο είναι ρε)
Και εμφανίζεται στους κεντρικούς δρόμους του Βερολίνου. Αντικρίζει τις γνωστές του γειτονιές και τους φίλους του, όμως κανείς δεν του δίνει σημασία.
Ημιδιάφανα ανδρείκελα περνούσαν μπροστά του και τον έγραφαν στ΄αρχίδια τους με περίσσεια άνεσης... Ήταν φρικτό...
  Ο Γιόχαν με το βλέμμα χαμηλομένο αρμένιζε νωχελικά μόνος του, ώσπου συναντάει ένα κτίριο με ένα κόκκινο φωτάκι να αναβοσβήνει σε ακανόνιστα μοτίβα.
Το κοιτούσε επίμονα, λες και ήταν καυλιτζέκι γαλλικό, και αποσβολωμένος αρχίζει να ονειρεύεται όρθιος μέσα στο ίδιο του το όνειρο. (Christopher Nolan approves)
ΑΚΥΡΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΤΕΚΛΙΖΑΝ ΤΟ ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟ! Ήταν όμηρος του ίδιου τού του εαυτού!

Μες στο μυαλό του Γιόχαν...

Συγκαμένη άνοιξη, πουλάκια με AIDS
Αφρικανοί που βλέπουνε μονίμως Ice Age.
Την Μαύρη Πανώλη πολλοί εμίσισαν,
τον έρωτα ουδείς.
Ξανθό μωράκι μου γλυκό
come to me για να τη βρεις <3

Σ'ένα βυθό χωρίς στεριά
με ουρανό το κόλον
ΦΩΤΙΑ!!!!
Παρθένες μύγες κείτονται νεκρές:
Ο Μάκης και ο Σόλων.

Group από όργια, βρέφη με αγάπη
"Αρχίδια κομπρεσέρ αγόρασες Σωκράτη"
Αγκινάρες στα οπίσθια, έχασα το μπλέντερ
πηγαίνοντας για χέσιμο στα βόρεια Hondos Center.

"ΤΗ ΡΩΓΑ ΜΟΥ ΤΗ ΒΛΕΠΕΙΣ!?!"
"ΤΟ ΜΕΓΕΘΟΣ ΑΝΤΕΧΕΙΣ!?"
Νιώσε ένα σφουγγάρι βαθειά μέσα σου
ο Objector παίζει να ήπιε την ΕΨΑ σου.

Το πέος το αγαπούνε όλοι.
Την κλανιά μόνο οι κώλοι!
Η υποβρύχια πατέντα αρχίζει να αναπαράγεται...
Πρόσωπα λεπρά, φωτίζονται με χάρη
Ο τύπος δίχως πρόσωπο με όρθιο παπάρι
πλησίασε τον Γιόχαν.

"Και αν σε ρημουλκήσω;;
Διχόνοια θα σπείρω στα σπλάχνα σου...
Μια γέννηση αθέμιτη, πράσινη και μη παραγωγίσιμη."
"Με δάκρυα ηρώων αρπάζομαι απ΄την αύρα σου..
Ας γίνει το κακό, αδύναμος ας είμαι μπροστά στα χάδια σου...
πατέρα..."


Ο γιος ήταν το μυαλό του Γιόχαν και ο πατέρας η παράνοια! Μια αιμομεικτική σχέση αναπόφευκτα καυλωτική για τον ίδιο το Γιόχαν.
Μέσα στον λαβύρινθο των σκέψεων, ο Γιόχαν χάνεται και όλα φαντάζουν θολά και όλα σα να σβήνουν...


  "HEIL HITLER!!". Ο Χάηνριχ ξύπνησε από τον επαυξημένο του λήθαργο. Χωρίς λόγο και αιτία ένιωθε εξαντλημένος και βρωμοκοπούσε σπέρμα, κολόνια και αίμα.
Καθόλου παραξενεμένος από την κατάσταση που βρισκόταν, μιας και θεωρούσε πως πολλές φορές υπνοβατούσε, ανασκουμπώθηκε και με την άκρη του ματιού του πρόσεξε το γράμμα.
Το διαβάζει και ένα σαρδόνιο μειδίαμα ικανό να αφοπλίσει έναν στρατό ολόκληρο καταλαμβάνει τη μάπα του.
Ο ολετήρας των παρείσακτων, ο δρεπανοφόρος δολοφόνος, ο γαμιάς της γειτονιάς, αυτός ο άνθρωπος αυτός.. φορτώνεται με μίσος και μπλαντλαστιά, φοράει τη μαύρη μάσκα του
και τραβάει προς το κέντρο του Βερολίνου. Και ναι, σταρχίδιατου για τα χύσια και τον πονοκέφαλο.


Η νυχτερινή εικόνα του Βερολίνου είναι φριχτή...

Εσχατόμορφες πουτάνες αρμενίζουνε στο δρόμο,
αεικίνητες αισθήσεις θέλγονται μέσα στον τρόμο!
Αίμα, χύσια, μπύρα, ρώγες και η μυρωδιά της βρώμας,
του μετάλλου, της αρρώστιας και του άπλυτου του Τόμας.

Ντάμες, ρήγες και βαλέδες
δίπλα από όμορφες κυρίες.
Λευκά κολάρα με λεκέδες
και χιλιάδες ομηρίες.

Άστεγοι βαράνε πρέζες
και την βρίσκουν με πινέζες
που πετάνε οι αστοί
μοιροκράτορες περαστικοί.

Ύπατοι και φοβολάγνοι κυριεύουνε το νου
αδάμαστα ερεβοβόρα τέκνα ενός έκπτωτου θεού.
Ανατέλλει μεν ο ήλιος στα ματόκλαδα του χτες,
δε η γένεσις ανθίζει από τις ανοιχτές πληγές.




... ο Χάηνριχ όμως δεν πτοείται από τέτοια, συνηθισμένος στην αναισθησία και στην γραψαρχιδιά, και έτσι κορδωμένος όπως ήταν περνούσε με άνεση ανάμεσα απ'τα σοκάκια που κυκλοφορούσαν τα νέα πουτανάκια, τα οποία έφερναν συνάδελφοί του. Έλεγχε τις τιμές των αλλοδαπών, τις δοκίμαζε και αν ήταν σωστά μουνάκια και δεν χρέωναν πολύ τις άφηνε να ζήσουν άλλη μια νύχτα, αλλιώς έβγαζε το μπλοκάκι και το μαύρο του στυλό και κατέγραφε στοιχεία. Ο θάνατος των κοριτσιών και των νταβατζήδων τους ήταν αναπόφευκτος.
Πιο κρυόκωλος πεθαίνεις.


Στα δεξιά του βλέπει κάτι τύπους με ένα πανό να αναγράφει δίπλα από μια σβάστικα με ένα μεγάλο Χ πάνω της:
"Οι πιο καυτές θέσεις στην κόλαση είναι κρατημένες γι’ αυτούς που, σε καιρούς μεγάλης ηθικής κρίσης, διατηρούν ουδέτερη στάση".
"~Dante Alighieri"

Δεν έδωσε σημασία. Ήξερε πως τα φιλαράκια του θα "κανονίσουν" τους "αισιόδοξους αγωνιστές της δεκάρας", όπως έλεγε. Η δουλειά του ήταν άλλη.

  Καθώς στρέφει το κεφάλι του αριστερά, ανοιγοκλείνει τα βλέφαρά του γρήγορα γρήγορα και αντανακλαστικά και έτσι χάνει κάτι που κινείται!
"Τι ήταν αυτό πάλι;;", αναρωτήθηκε και αποφάσισε να πάει προς τα κει. Ένα στενό και σκοτεινό μονοπάτι και ένα κατεστραμμένο γηπεδάκι ήταν οι μόνες διέξοδοι για τον "μυστήριο τύπο" που νόμισε ότι είδε. Όπως ήταν λογικό, αποφάσισε να μπει στο στενό μονοπάτι και να ακολουθήσει την διαίσθησή του.

Άκυρη εικόνα που δεν αντιπροσωπεύει την πραγματικότητα
και κυρίως δε θέλει να παρεμποδίσει τη φαντασία σας.


  Τελικά, φτάνει σε ένα μέρος που δεν θυμόταν καλά. Ήταν όλα ερειπωμένα, σκοτεινά, βρόμικα και γενικά όλα πουτάνα. Τα ποντίκια και οι κατσαρίδες τον περιτριγύρισαν λες και ήταν ο εχθρός τους και αυτός τα κλώτσαγε με μανία!
Στο βάθος ένα μεγάλο κτιρίο με ένα κόκκινο φωτάκι που αναβόσβηνε!
Δεν είχε ξανάρθει ποτέ εδώ, όμως η εικόνα του φάνηκε τραγικά οικεία!
"Τι γαμημένο ντε ζα βού είναι αυτό!; Πρέπει να δω τι παίζει εκεί μέσα", είπε και ανοίγει την πόρτα.

  Μια βρομιάρα τσατσά με χρόνια εμπειρίας στο ψαροζέχνον μουνί της καλωσορίζει τον Χάηνριχ και τον παροτρύνει να διασχίσει τον μεγάλο και περίφημο διάδρομο του μπουρδέλου
της.

-"Είστε πολύ ευγενική μωρή πουτάνα, αλλά πώς;; έτσι;; χωρίς χρήματα;;", ρώτησε ο Χάηνριχ.
-"Χαχα! Καυλιάρη μασκοφόρε εκδικητή, νομίζεις πως δεν αναγνωρίζω αυτήν την μάσκα;!"
-"Δεν σε έχω ξαναδεί. Αν θυμάμαι καλά αυτό το μπουρδέλο κάποτε ήταν μια μισογκρεμισμένη καλύβα. Έμεναν κάτι αναρχοκουμμούνια που ευτυχώς τα καθάρισαν.
Εγώ δεν έχω ξανάρθει εδώ γιατί δεν ήξερα πως ανακαινήθηκε ώστε να γίνει οίκος ανοχής. Πώς με ξέρεις;;"
-"Είμαι παλιά πουτάνα εγώ. Όλα τα ξέρω! Σε περίμενα η αλήθεια είναι! Θες να δοκιμάσεις πρώτη εμένα;; Δεν είναι τυχαίο που λένε πως η γρια κότα έχει το ζουμί!"
-"Προτιμώ να γαμήσω κυριολεκτικά μια γρια κότα. Κάνε στην άκρη τώρα!"
-"Μα μια 60άρα είναι σαν τρεις 20άρες!"
-"Ωραία. Να σε πάω στο περίπτερο να σε χαλάσω;! ΚΑΝΕ ΜΑΣ ΤΗ ΧΑΡΗ ΤΩΡΑ! ΚΑΙ ΜΗΝ ΚΡΥΒΕΙΣ ΧΡΟΝΙΑ!"
-"Χαχα, το ξερα πως είσαι μερακλής!"
-"Και πλύνε και καμιά μασέλα"


  Ο Χάηνριχ διασχίζει τον διάδρομο και μπαίνει στην Πόρτα 1.
Το δωμάτιο ήταν κενό αλλά απ'έξω ακουγόταν διάλογος. Δυο άντρες, ο ένας με ταττού κι άλλος με στράπλες, λογομαχούσαν. Ο ταττουφόρος είχε και βαριά γερμανική προφορά:

-"ΡΕ ΚΩΣΤΑ!! Μπες μέσα ρε φίλε! Αφού τα συμφωνήσαμε! Για το καλό σου θα είναι! Εσύ θα παίρνεις κώλο και γω μουνί! ΣΙΓΑ!"
-"ΤΑ ΧΟΥΜΕ ΞΑΝΑΠΕΙ ΣΕΡΑΦ! ΝΤΕΝ ΣΥΜΜΕΤΕΧΕΝ ΣΕ ΞΕΦΤΙΛΙΚΕΝ!"



  Ο Χάηνριχ τράβηξε βίντεο (είχε vlog) και συνέχισε το δρόμο του. Προχωράει στην Πόρτα 2.
Την ανοίγει και αυτή έτριζε. Μέσα συναντάει κάτι αποτρόπαιο! Τρεις Γερμανοί βαμμένοι με μπλε λαδομπογιά τύπου Avatar, γαμούσαν μια μαύρη ανελέητα!
Ο τύπος που της γαμούσε το μουνί, βγάζει τον πούτσο του έξω! Φορούσε προφυλακτικό με μια μικρή ξιφολόγχη στην άκρη και η τύπισσα είχε ματώσει για τα καλά! (σ.σ. WHAT THE FUCK MAN!?)
Ο κοπέλα ορμάει, του δαγκώνει το πουλί και του κόβει! Ο Χάηνριχ την είχε κάνει λάστιχο από τη μαλακία και αφού έχυσε, βγάζει πιστόλι και σκοτώνει την έγχρωμη τύπισσα!
"ΦΥΓΕΤΕ ΜΠΑΣΤΑΡΔΑ! ΣΕΙΡΑ ΜΟΥ ΝΑ ΓΑΜΗΣΩ!!", αναφώνησε ο τερατώδης Χάηνριχ και αρχίζει να πράττει τα λεγόμενά του.

  Την όλη σκηνή την παρατηρούσε από την μισάνοιχτη πόρτα ένα μικρό κοριτσάκι! Ο Χάηνριχ στρέφει το βλέμμα του πάνω της και αυτή αρχίζει να τρέχει πανικόβλητη!
"ΕΛΑ ΔΩ ΠΟΥΤΑΝΑΚΙ! ΕΒΡΑΙΟΠΟΥΛΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ 'ΣΑΙ!", ούρλιαξε ο Χάηνριχ πάνω στην έξαρση καύλας και μίσους!

  Τρέχει, τρέχει με το πουλί στο χέρι και συναντάει το τέλος του διαδρόμου! Αριστερά η Πόρτα 3 και δεξιά μια πόρτα χωρίς αριθμό!
Η τελευταία ήταν καλά σφραγισμένη οπότε μπαίνει στην Πόρτα 3.

(σ.σ. Και τώρα αρχίζει το καλό)

  Ένα παγερό αεράκι ανασηκώνει τις τρίχες του, κομποδένει το λαιμό του και σουφρώνει το παλαμάρι του. Ξεροκαταπίνει λες και ένας πρωτόγνωρος φόβος τον κυρίευε εσωτερικά.
Κουμπώνει το παντελόνι του και φροντίζει να έχει τα μάτια του ανοιχτά και τις αισθήσεις του έτοιμες για να αντιδράσει.

  Η πόρτα κλείνει αργά αργά μόνη της και ο Χάηνριχ σφίγγει τις γροθιές του απότομα, χαλαρώνει και βάζει το χέρι του πάνω στο κρύο του όπλο.
Κάθε βήμα του ήταν αργό και προσεγμένο στο ξύλινο πάτωμα. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, υγρό και γεμάτο έξυπνες σίτες και περίεργους vintage καθρέπτες, οι οποίοι παρείχαν στο δωμάτιο το λιγοστό φως του ανακλώντας το φως του φεγγαριού.
Παραδόξως, μύριζε πολύ όμορφα και αυτή η μυρωδιά παραξένευε τον Χάηνριχ, αλλά το μυαλό του ήταν στεγνό και αδύναμο να σκεφτεί.

  Αρχίζει να ζαλίζεται και να χάνει την επαφή του με την πραγματικότητα, αλλά αντιστέκεται και επανέρχεται στην αρχική του κατάσταση.
"Γιατί μου συμβαίνει αυτό; Γιατί να νιώθω πως δεν είμαι μόνος στο δωμάτιο;", αναρωτήθηκε και παρατήρησε πως οποιοσδήποτε ήχος άκουγε πριν μπει στο δωμάτιο, είχε σταματήσει.
"ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΚΕΙ ΓΑΜΩ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΟΥ!?", φώναξε προσπαθώντας να υπερκαλύψει το άγχος του! Αλλά δεν πήρε απάντηση.

  Εμποτισμένος με το φόβο του αγνώστου και την στιγμιαία αυτοπεποίθηση που του προσέφερε η χριστοπαναγία, αφοπλίζεται ψυχικά και πριν προλάβει να αναστηλωθεί αφοπλίζεται
και κυριολεκτικά!
Ένα χέρι τον κρατάει σφιχτά και ένα κοφτερό μαχαίρι τοποθετείται στο λαιμό του, ενώ το όπλο του πέφτει στο πάτωμα!
Ο Χάηνριχ με την άκρη του ματιού του κοιτάει έναν καθρέπτη και παρατηρεί έναν τύπο να τον κρατάει σφιχτά, λες και ήταν άρτια εκπαιδευμένος!
Προς έκπληξή του, φορούσε μίνι, ζαρτιέρες, πούπουλα και μια ροζ μάσκα!
Ο Χάηνριχ είχε τρελαθεί! Βρισκόταν στα χέρια αυτουνού που κυνηγούσε!
Είχε χάσει το παιχνίδι πριν καν αρχίσει.

Νιώθει και πάλι ζαλισμένος, τα μάτια του κλείνουν και το δωμάτιο μετατρέπεται σε μια ζοφερή και θλιβερή σκηνή, ενώ αυτός πέφτει με δύναμη στο πάτωμα.

......to be continued.....

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 3

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...