Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

ΛΕΞΕΙΣ ΚΛΕΙΔΙΑ μέρος Τέταρτον

Η φίλη της στήλης, Μαρία, μας έστειλε τις λέξεις κλειδιά: ρόδα, κυκλάμινο, κούκου.
Ευχαριστούουουουμε, Μαρίιιιιιααααααα!




Η Χριστίνα κοίταξε κατάματα τον ήλιο. Της άρεσε αυτή η λάμψη. Της έλειπε όταν έμενε κλεισμένη μέσα για καιρό. Γούσταρε να γεμίζει η εικόνα της με αυτό το εκτυφλωτικό λευκό που θα το ζήλευε ακόμα και το Αριέλ κι ύστερα να στρέφει το βλέμμα της τριγύρω και να νιώθει τα περιγράμματα των όγκων του περιβάλλοντός της να σχηματίζονται σιγά-σιγά, σαν να δημιουργούνται εκείνη τη στιγμή από το φως. Ήταν λίγο μαζοχιστική αυτή της η συνήθεια, αλλά την έκανε να νιώθει σαν να παρακολουθεί σε λάιβ στρίμμινγκ τις πρώτες μέρες της δημιουργίας του κόσμου. Ναι, πίστευε και στο Θεό. Τον ένα. Τον μοναδικό. Τον ανεπανάληπτο. Τον πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Το κεντρικό πρόσωπο λατρείας χριστιανών, μουσουλμάνων και εβραίων. Το θεό που είναι γνωστός απλά ως Θεός. Τόσο μάγκας ο τύπος!
Αλλά κι η Χριστίνα δεν πήγαινε πίσω. Ήταν μια θεά. Ψηλή, με καστανόξανθο, σπαστό μαλλί, στητό στήθος, στρογγυλό πισινό, πόδια τόσο ψηλά που θα νόμιζε κανείς ότι έχει δύο ζευγάρια γόνατα και μάτια πράσινα, σαν το χωράφι με το άγριο τριφύλλι που απλωνόταν μπροστά της, στη βάση του λοφίσκου, πάνω στον οποίο στεκόταν κι αγνάντευε.
Περίμενε λίγα λεπτά μέχρι να υποχωρήσει η επίδραση του ηλιακού φωτός στην όρασή της, ώστε να μπορεί να δει πιο καθαρά κι άρχισε να κατεβαίνει την πλαγιά του λοφίσκου. Στην αρχή περπατώντας προσεκτικά. Στη συνέχεια χοροπηδώντας απρόσεκτα. Και εν τέλει κατρακυλώντας ανεξέλεγκτα, όπως ήταν αναμενόμενο. Αφού βίωσε μια σύντομη ανασκόπηση της καθημερινότητας μιας τυπικής ρόδας, έμεινε ξαπλωμένη ανάσκελα περιμένοντας να σταματήσει να περιστρέφεται ο ουρανός και το στομάχι της. Το δροσερό στρώμα πρασινάδας σε συνδυασμό με το απαλό αεράκι βοηθούσαν αρκετά, αλλά τα μυρμήγκια που τόσο ξεδιάντροπα άρχισαν να την εξερευνούν ήταν ένας πολύ καλός λόγος να σηκωθεί αμέσως, χωρίς περαιτέρω καθυστέρησημεταβάλλοντας αποφασιστικά με αυτόν τον τρόπο τη στροφορμή ουρανού και στομαχιού.

Επειδή, όμως η Χριστινούλα μας δε σκάμπαζε από στροφορμές και τέτοιες μαλακίες –απόφοιτη του δημοτικού, γαρ– δεν την απασχόλησε και πολύ το θέμα. Αγνόησε επιδεικτικά τα υποερωτήματα α και β σχετικά με τη μεταβολή της ταχύτητας ουρανού και στομαχιού, αντίστοιχα και άρχισε να μελετά τα άγρια κυκλάμινα που άραζαν σε κάτι πέτρες, λίγο πιο πέρα. Της άρεσε πολύ να μελετά τα κυκλάμινα από μικρή. Προσπαθούσε πάντα να καταλάβει ποιο είναι το πάνω και ποιο είναι το κάτω μέρος τους. Τα θεωρούσε πολύ μπερδεμένα λουλούδια. Πολύ όμορφα μεν, πολύ μπερδεμένα δε. Της θύμιζαν τον εαυτό της.
Κυρίως της θύμιζαν την πρώτη της φορά. Τότε που ένα αγοράκι ονόματι Τάσος της είχε προσφέρει ένα ματσάκι κυκλάμινα που είχε μαζέψει με τα χεράκια του, τα οποία στη συνέχεια ψαχούλευαν το βρακάκι της, όσο αυτή περιεργαζόταν με το πιο χαζοχαρούμενο βλέμμα της ζωής της το πιο όμορφο δώρο που της είχε κάνει ποτέ κανείς. Πονηρός ο Τάσος! Πέντε λεπτά κράτησε η ινδιάνικη ανταλλαγή, παρθενιά για κυκλάμινα, αλλά ακόμα τη θεωρούσε την πιο επιτυχημένη μπίζνα της.
Σύμφωνα με την παράδοση χρόνων και μετά από ενδελεχή έρευνα και στατιστική ανάλυση πλήθους πειραματικών δεδομένων, είναι γνωστό ότι ένας κούκος δε φέρνει την άνοιξη. Παρόλα αυτά ένας κούκος ήταν αρκετός για να αποσπάσει τη Χριστίνα από το λαβύρινθο των αναμνήσεών της. Χωρίς δεύτερη σκέψη, έδωσε πίσω τα κυκλάμινα στον Τάσο και τον προσπέρασε δίχως να δώσει σημασία στο απορημένο ύφος του, για να αναζητήσει την φωλιά του κούκου, του οποίου το ομόηχο κάλεσμα (δηλαδή το «κούκου», για όποιον είναι χαζούλης και δεν κατάλαβε) εμπλούτιζε ηχητικά το απαλό αεράκι, που ανέφερα προς το τέλος της τρίτης παραγράφου.
Έψαξε για ώρα, δίχως αποτέλεσμα. Κοίταξε σε κάθε ένα από τα πεύκα που οριοθετούσαν το σύνορο του αγριοτριφυλλοχώραφου. Μα κάθε φορά που πλησίαζε κάποιο, το «κούκου» έπαυε. Σίγουρα επρόκειτο για έναν πολύ ντροπαλό κούκο. Σχεδόν αντικοινωνικό. Απογοητευμένη από την άκαρπη αναζήτηση, κάθισε στη βάση του τελευταίου πεύκου, ακουμπώντας την πλάτη της στον κορμό του. Τότε ήταν που διέκρινε μια παρουσία να στέκεται στο ακριβώς προηγούμενο πεύκο.
Σίγουρα δεν ήταν κούκος. Κυρίως διότι ήταν άντρας. Μελαχρινός, ψηλός, γεροδεμένος, με κάτι αστεία λευκά ρούχα που δεν του πήγαιναν καθόλου κατά τη γνώμη της. Της θύμιζε λίγο τον Τάσο. Της χαμογέλασε και της είπε «έλα». Φαινόταν να το εννοούσε. Σηκώθηκε και πήγε κοντά του. Του έπιασε το χέρι και με τα δύο χέρια της κι άρχισαν να κατευθύνονται προς το λοφίσκο από όπου είχε κατέβει. «Μας ανησύχησες λίγο», της είπε με το ίδιο χαμόγελο.


Η Χριστίνα, δεν πολυκατάλαβε τι εννοούσε. Το μόνο που παρατήρησε ήταν ότι ο «λευκός ιππότης» της φαινόταν ότι ξέρει που πηγαίνουν. Ήταν σίγουρη πως την πήγαινε κατ’ευθείαν στη φωλιά του κούκου.



(Αν θέλετε μια ιστορία με τις δικές σας λέξεις κλειδιά, δεν έχετε παρά να μου τις στείλετε, προφανώς. Κι όχι πολλές μαζί. Ιστοριούλες φτιάχνω, όχι φριστάιλ.)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...