Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Ο Χάρος βγήκε παγανιά: ΔΙΧΑΣΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ (Επεισόδιο 6)

Βαριέμαι να ξαναλέω τα ίδια για το Χάρο με τα κοκάλινα αρχίδια και τα ποιήματα και τις βαρκάδες στον Αχέροντα, οπότε όσοι δεν έχετε διαβάσει τα προηγούμενα επεισόδια και την εισαγωγή, εδώ πρώτα:
(Ναι, αυτά είναι links. Πατήστε πάνω τους.)

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 1

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 2

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 3

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 4

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 5


Ψάξτε πάλι για το χαζό το λάθος και βάλτε και το rainymood για ατμόσφαιρα και χιπστεριά.
http://www.rainymood.com/





ΔΙΧΑΣΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

Επεισόδιο 6

  Ο Γιόχαν λαχανιάζοντας προσπαθεί να ζυγίσει τις σκέψεις, τις επιλογές και τις καταστάσεις στο μυαλό του και αργά ή γρήγορα βρίσκεται μπροστά στο σκοτεινό δάσος του χωριού.
Ήταν η μόνη διέξοδος της τύπισσας με τα γαμάτα κωλομέρια-για-χύσιμο, ήταν ο μόνος δρόμος που είχε απομείνει στο Γιόχαν να ακολουθεί - ήταν ένα φυσικό δάσος, ήταν ένα πνευματικό δάσος, ήταν ένα δάσος-καθρέπτης των σκέψεών του.



Το φωτισμένο απ'τη σελήνη δάσος (των σκέψεων του Γιόχαν)





Ερημωμένη χώρα.
Η νημεμία των πνοών
στο δάσος κοντοστέκει περιμένοντας
σα μια γαλήνια ψυχοφθόρα
κατάσχεση αγχινοών
πνευμάτων μιας ύπαρξης περιρρέουσας

Ελπίδες που γκρεμίζονται συθέμελα.
Πνιγμοί ταράζουν τα νερά της ευσυνειδησίας
Τα δέντρα που μυρίζουν κρίνο ανέμελα
οριοθετούν και επεκτείνουν τα σύνορα της ακινησίας.

Η ολκή μιας γρήγορης ματιάς στο δάσος
Η ασύγκριτη μυρουδιά του μυστηρίου
Μια αχτίδα σκότους αναβλύζει απ΄το πάθος
και καλύπτεται απ'τη σκιά του ιλαστηρίου.


  "ΑΝΝΑΑΑΑΑΑ(Λ)", ούρλιαζε ο Γιόχαν μες στο δάσος, ενώ τα δάκρυα σου έπεφταν κρυστάλλινα στο καυλί του και ανακλούσαν το φως της βαθυστόχαστης θλίψης του.
Με το αριστερό χέρι σηκωμένο ψηλά στο αέρα και το δεξί χωμένο βαθιά στο γκώλο, αναζητά τη μόνη αχτίδα ελπίδας - τη μυστήρια κοπέλα με τα φρύδια, τα κόκκινα ρούχα και την θεσπέσιο αξιοζήλευτο κώλο. Διάβαζε και ξαναδιάβαζε το σημείωμα και προσπαθούσε να συνδέσει νοερά την μορφή της Άννας με τη μορφή της κωλαρούς, ενώ συνάμα φοβόταν την προειδοποίηση.

  Το σημείωμα φαινόταν να απευθύνεται σε κάποιον γνωστό του πομπού.
"Αν δεις την Άννα": ο δέκτης θα έπρεπε να γνωρίζει την Άννα...
"«το μέρος»": κάποιου είδους εσωτερικός κώδικας;;

  "Μα... πως γίνεται να απευθύνεται σε μένα;;", αναρωτήθηκε ο Γιόχαν, ενώ σύνδεε το μήνυμα με το συμβάν που έγινε στο σπίτι του, κατά το οποίο το ίδιο πρόσωπο που του έδωσε τα παυσίπονα πίσω στο στρατόπεδο, είχε έρθει και του απευθυνόταν ως Χάηνριχ. Χάηνριχ ήταν και ο παραλήπτης του γράμματος που διάβασε πριν λιποθυμήσει. Ο Χάηνριχ ήταν αυτός που τον κυνηγούσε για να τον σκοτώσει, που είχε πάρε-δώσε με τους ναζιστές! ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΑΗΝΡΙΧ;;!!

  Ο Γιόχαν αφότου λιποθύμησε ξύπνησε μέσα στο στρατόπεδο και έπειτα βρέθηκε εδώ.
Ένιωθε λες και συμμετείχε σε κάποιου είδους ξεφτιλίκι ή σα να ζούσε μέσα σε κάποιο όνειρο.
Είχε αρχίσει να πιστεύει πως χάνει τα λογικά του, πως ζει παράλληλες ζωές. Για μια στιγμή έπεισε τον εαυτό του πως ο ίδιος ήταν ο Χάηνριχ και ζούσε μια ζωή τύπου Δόκτωρ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ.

  Ακροβατούσε πάνω στις σκέψεις του σαν σε εφαλτήριο και έπεφτε με 2.3 Hz συχνότητα.
"Δε γαμιούνται όλοι και όλα λέω εγώ! Θα βρω την Άννα και όλα θα ξεκαθαρίσουν! Δεν υπάρχει άλλος τρόπος", είπε με αυτοπεποίθηση ο Γιόχαν πιστεύοντας πως η κοπέλα ήταν πράγματι η Άννα.


  Το δάσος ήταν σκοτεινό και υγρό, σαν τον κώλο του. Νυχτερίδες ανακάτευαν τα μαλλιά του και φίδια έγλειφαν την ψωλή του. Εκείνος όμως ακάθεκτος προχωρούσε προς την προσωπική του λύτρωση.


   Στο δρόμο του, κάπως δεξιά, υπήρχε ένα μικρό σπιτάκι. Ο Γιόχαν ένιωσε όμορφα και ανακουφισμένος, αλλά αναρωτιόταν γιατί να υπάρχει το σπιτάκι εκεί μέσα.
Το σπίτι ήταν ξύλινο, παλιό, άδειο και μύριζε μπύρα με λυκίσκο σπερματώδη στην οσμή.
Ήταν τόσο κενό, που δεν είχε καν μέρος να κάτσεις
.
Το σπιτάκι. Ντάξει, μεγαλούτσικο είναι.

  Κρυφοκοιτάζοντας στο πίσω μέρος, ο Γιόχαν, βλέπει έναν ψηλόλιγνο κύριο με μια τσάπα να περιποιείται τον κήπο του με τις ντομάτες και το χασίς.
-"Μμμμ... συγγνώμη;; κύριε;; με ακούτε;;", ρώτησε ευγενικά και επιφυλακτικά ο Γιόχαν προσπαθώντας να μη δείχνει πολύ γκέι.
-"Ωπ. Βρεεε! Καλά.. δεν το πιστεύω!!! Βρε πόσα χρόνια περάσανε! Έλα να σε αγκαλιάσω ρε!", είπε γεμάτος χαρά ο κύριος όταν είδε το Γιόχαν. Πετάει την τσάπα και τρέχει να τον αγκαλιάσει.
Μύριζε βαρβατίλα, και πάνω στην αγκαλιά, ο Γιόχαν ένιωσε το πελώριο καυλί του!
"Ξεκαύλωτο και τόσο θεοκαύλαρο;;!! OH MY GOSH!", σκέφτηκε και έτρεχαν τα κωλοζούμια του ποτάμι.

"Μιγκέλ με λένε. Με θυμάσαι;; Πάνε πολλά χρόνια! Χαχαχα. Έλα έλα μέσα να σε κεράσω.", είπε ο τύπος με το καυλί.

Το εσωτερικό του απεριποίητου σπιτιού.


  Το σπίτι ήταν παντελώς άδειο πράγματι! Καθήσανε στο πάτωμα.
-"Σου έφτιαξα λίγο ζεστό τσάι."
-"Έκανες το μαύρο τσάι;;"
-"Έλα... ντάξει... απλά πιες."
-"Οκ. Λοιπόν. Θυμάσαι ακόμα τ΄όνομα μου;;", ρώτησε με περιέργεια ο Γιόχαν υποπτευόμενος πως δεν θα τον αποκαλέσει Γιόχαν.
-"Χμμμ.. μεγάλωσα πια... δεν έχω καλή μνήμη! Σόρρυ που το ξέχασα βρε :/"
-"Γιόχαν. Σου λέει κάτι;;"
-"Ααααα ναιι!! Γιόχαν!! Πωπω ρε συ! Ναι! Γιόχαν!"
-"Χαχαχα, χαίρω πολύ λοιπόν. Ξέρεις μήπως κάποιον Χάηνριχ;;"
-"Χάηνριχ;; Μμμμμ, μπα. Γιατί;;"
-"Τίποτα. Ντάξει. Δε σε είδα στην εκκλησία..."
-"Πήγες εκεί;; Οι άλλοι κάτοικοι έχουν λολαθεί να 'ούμε. Κάνουν κάτι αποτρόπαια πράγματα."
-"Επιτέλους! Ένας φυσιολογικός άνθρωπος!"

Η συζήτηση συνεχίστηκε για ώρα. Ο Γιόχαν προσπαθούσε να αποσπάσει πληροφορίες, ενώ ο Μιγκέλ περνούσε καλά την ώρα του μιας και είχε παρέα... μετά από πολύ καιρό προφανώς.

  Αργά ή γρήγορα ήρθαν πιο κοντά. Συμπάθησε ο ένας τον άλλον και ένιωθαν όμορφα να είναι μαζί, παρά τη διαφορά ηλικίας. Ο Γιόχαν φυσικά δεν αποκάλυψε τίποτα για τη μυστική του ταυτότητα.
Κάτι αχνοφαινόταν στο φαρδύ παντελόνι του Μιγκέλ να πετάγεται. ΗΤΑΝ ΠΟΥΤΣΟΣ.
Ο Γιόχαν γούρλωσε τα μάτια και έσκασε πλατύ χαμόγελο! Ορμάει και φιλάει παθιασμένα τον Μιγκέλ στο στόμα και του αρπάζει την ψωλή!
"Γάμα με πασά μου! Γάμα με στον κήπο και δείξε πως έχεις το καλύτερο παλούκι για μένα φυλαγμένο!", αναφώνησε μες στην καύλα ο Γιόχαν!

  Άγριο γαμήσι από κώλο έπεσε στον κήπο! Χύσια διάσπαρτα πάνω στις ντομάτες λειτουργούσαν ως το καλύτερο λίπασμα. Τα μακριά δάχτυλα του Μιγκέλ παίζανε τέλεια τον αρχιδόκαμπο του Γιόχαν, ενώ ο τελευταίος δεχόταν ψωλάρα γιγατόνων στο έντερο του. Ταχύτατο και καλά αιματωμένο ψωλίδι εισχωρούσε στο κωλαράκι του και σφάδαζε από πόνο που μετατρεπόταν σε ηδονή.
  Ατέλειωτα 69 στην στέγη, ερωτικά ιεραποστολικά στον γόνιμο κήπο, γλειφοκώλια στα σκαλιά και πισωκολλητά στα δέντρα, ψωλομαχίες στην αυλή και αλληλοτσιμπουκώματα στην κούνια.
Τον πήρε παντού και σε όλες τις στάσεις. Και οι δύο νιώσαν υπέροχα!
Ήταν αγκαλιασμένοι και τα χείλη του έσμιγαν κάτω από το σεληνόφως, ενώ πασπάτευαν απαλά τις ψωλές τους που είχαν κουραστεί να χύνουν.

Ερασιτεχνική λήψη από ηθοποιούς
(οι πρωταγωνιστές δεν ήθελαν να αποκαλυφθούν.)


Ο Γιόχαν νύσταξε και ένιωσε τις πληγές του να πονάνε. Πήρε ένα παυσίπονο.
Μετά από 10 λεπτά, χάθηκε η νύστα! Μια αδήριτη ανάγκη να προχωρήσει το quest του τον καταλαμβάνει! Φιλάει γλυκά στο στόμα τον αξιοφίλητο Μιγκέλ ενώ κοιμόταν και φεύγει.
Νιώθει έτοιμος να ορίσει το λυκαυγές μιας νέας ζωής!

Μια πιο αισιόδοξη πλευρά του δάσους (των σκέψεων ντε).


Στο τέλος του δάσους συναντά άλλο ένα σπιτάκι. Ήταν μικρό. Ήταν καλύβα.

Σκίτσο της καλύβας από καλλιτέχνη της ομάδας Εξοζέτ.


Μύριζαν μπογιές, μύριζε αίμα, μύριζε σκατίλας.

Ο Γιόχαν, όντας περίεργος, κρυφοκοιτάει απ΄το παράθυρο και βλέπει κάτι που τον συγκλονίζει!
Η τύπισσα με τα κόκκινα να γαμιέται από έναν κωλόγερο, ενώ ζωγραφίζει το γέρο γυμνό να αυνανίζεται με ευκοίλια! Σκατά γέρου, σπέρμα γέρικου πούτσου, αίμα περιόδου, μουνοϋγρά και εμετός όλα σε μια στοίβα, αποτελούσαν τη βασική παλέτα χρωμάτων της τύπισσας.

  Ξαφνικά χτυπάει η καμπάνα ξανά! Ο Γιόχαν γυρνάει και βλέπει τον μεγάλο σταυρό της εκκλησίας να μετατρέπεται σιγά σιγά σε ένα πελώριο σύμβολο! Ήταν σβάστικα!!
Ένας στρατός από χωρικούς εισβάλλει στο δάσος και κατευθύνεται προς το σπιτάκι.
Ο Γιόχαν χάνει τα λογικά του και τότε βλέπει την τύπισσα να ουρλιάζει και να του δαγκώνει τ΄αρχίδια!
ΧΑΟΣ!!

.... to be continued .....

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 7
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...