Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2014

Οδηγός Επιβίωσης στο Εξωτερικό (χάου του σουρβάιβ αμπρόουντ) - Μέρος ΙΙ


Στο πρώτο μέρος του οδοιπορικού μας, επισκεφθήκαμε την όμορφη Ιταλία. Επόμενος σταθμός του Θανάση και εμού ήταν η...


  ΓΑΛΛΙΑ

(Εδώ μπορείτε να κάνετε διάφορους αναγουλιαστικούς ήχους)


Δεν θα είμαι αντικειμενικός με τους βρωμιάρηδες, σωβινιστές και αγενέστατους Γάλλους, ούτε καν θα το προσπαθήσω. Το πρώτο μέρος του ταξιδιού μας ήταν ήδη παρελθόν. Είχαμε γυρίσει τις μεγαλύτερες πόλεις της Κεντρικής και Βόρειας Ιταλίας μέσα σε μια εβδομάδα, χωρίς να έχουμε βγάλει ούτε μια φωτογραφία (δεν είχαμε πάρει μηχανή μαζί μας), οπότε είπαμε ότι μια φωτογραφική πλέον θα ήταν άχρηστη, αφού ότι αξιοθέατο ήταν να δούμε το είχαμε δει.




Πάρτε μερικές καρτ ποστάλ που βρήκα στο ίντερνετ

Αποφασίζοντας να το παίξουμε κοσμοπολίτες φτάσαμε στο Μονακό με το τρένο και πάθαμε την πρώτη συγκοπή βλέποντας τις τιμές των κρασιών σε μια τοπική ταβέρνα.
(Μα καλά, 150 ευρώ για ένα μπουκάλι κρασί; Τι σκατά είχε μέσα, ρινίσματα χρυσού;)
Το Μονακό είναι μια πανέμορφη πόλη την οποία προσπεράσαμε γρήγορα για να μην μας μπουζουριάσουν τίποτα μπάτσοι οι οποίοι μπορεί να νόμιζαν ότι είχαμε πάει εκεί για να κλέψουμε καμιά Φεράρι. Είδαμε μερικές από τις πιο διάσημες στροφές της Φόρμουλα 1 και ο Θανάσης δεν έχασε την ευκαιρία να επισκεφτεί την αφετηρία του Grand Prix για να δει τις λαστιχιές που ήταν σίγουρος ότι είχαν αφήσει τα μονοθέσια. Τελικά λαστιχιές δεν είδε, αλλά έτσι κι αλλιώς η προσπάθεια μετράει.




Φεύγοντας αποφασίσαμε να δουλέψουμε σκληρά τα επόμενα δέκα χρόνια, ώστε να μπορέσουμε να μαζέψουμε αρκετά χρήματα ώστε να περάσουμε ένα βράδυ σε κάποια ανήλιαγη υπόγα του Μονακό (μιας και για να μείνουμε σε σουίτα έπρεπε να δουλεύουμε τα επόμενα εκατό χρόνια ή έστω να πετύχουμε κάνα Τζόκερ).

Επόμενη στάση ήταν η Νίκαια. Καταφτάσαμε με όλα μας τα υπάρχοντα σε ένα τοπικό κάμπινγκ, όπου μια 'μαντάμ' ανέλαβε να μας εξηγήσει τους κανόνες. Όλα καλά, μόνο που η Γαλλίδα μιλούσε αποκλειστικά γαλλικά με αποτέλεσμα μετά από μόλις πέντε λεπτά αγγλικών ερωτήσεων από μέρους μας και γαλλικών απαντήσεων από μέρους της τα νεύρα μας να έχουν γίνει κρόσσια. Αφού η κατάσταση δεν άλλαζε κι επειδή ή εγώ ή ο Θανάσης θα της ορμούσαμε, εμπλουτίσαμε την συζήτηση με διάφορες ελληνικότατες βρισιές τις οποίες και δεν θα αναφέρω εδώ, προς ένδειξη σεβασμού στον αναγνώστη. 

Εγώ όταν η μαντάμ μας εξηγούσε τους κανόνες του κάμπινγκ.

Κουτσά-στραβά καταλάβαμε ότι δεν έπρεπε να γυρίσουμε στο χώρο του κάμπινγκ μετά από κάποια συγκεκριμένη ώρα (ποτέ δε μάθαμε ποια ήταν αυτή) και αν το κάναμε θα έπρεπε να πατήσουμε κάποιο κωδικό για να ανοίξει η πύλη (τον οποίο επίσης ποτέ δεν μάθαμε). Τουλάχιστον αυτό καταλάβαμε από όλη αυτή τη συζήτηση που θύμιζε την ιστορία του πύργου της Βαβέλ στα καλύτερα της. Απ' όσο ξέρω θα μπορούσε κάλλιστα να μας είχε πει ότι αν αργούσαμε να γυρίσουμε θα μας θυσίαζαν στον Βάαλ.

Αφήσαμε τα πράγματα μας στην μικροσκοπική μας σκηνή (θα επανέλθω αργότερα στο θέμα των σκηνών) και αποφασίσαμε να δοκιμάσουμε τις αντοχές μας στο κολύμπι σε μια παραλία εκεί κοντά, αφού η πισίνα ήταν πιασμένη από δαίμονες της κόλασης που είχαν μεταμφιεστεί σε φωνακλάδικα πιτσιρίκια.


Η παραλία ήταν γεμάτη πέτρες (το σιχαίνομαι όταν δεν έχει άμμο) και τελείως άδεια. Πεπεισμένος ότι οι Γάλλοι είχαν ξεχάσει πως ήταν να κολυμπάς στην δροσερή αγκαλιά της θάλασσας και προτιμούσαν τις ξενέρωτες πισίνες όρμησα στο νερό με χαριτωμένα πηδηματάκια που θα ταίριαζαν καλύτερα σε ένα από τα προαναφερθέντα πιτσιρίκια κι όχι σε ένα γομάρι εκατόν-κάτι κιλών. Το νεράκι μου έφτανε μέχρι τα γόνατα όταν καταλάβαμε το λόγο για τον οποίο η παραλία ήταν άδεια, με την βοήθεια των σπαρακτικών κραυγών κάποιου ζευγαριού που έκανε βόλτα και μας έδειχνε το νερό. Επειδή τα γαλλικά μου δεν είναι πολύ καλά (και μετά την εμπειρία της Γαλλίας δεν πρόκειται ποτέ να καλυτερέψουν) ο Θανάσης, που δεν είχε μπει ακόμα, ανέλαβε να κάνει την μετάφραση, δείχνοντας μου κάπου μέσα στο νερό.
 


Οι αξιολάτρευτες κατά τα άλλα τσούχτρες-θρεφτάρια της Γαλλίας με έκαναν να βγω τρέχοντας από το νερό με τα ίδια χαριτωμένα πηδηματάκια που αυτή τη φορά έγιναν κατ' ανάγκην.
Η νύχτα πέρασε στο μπαράκι του κάμπινγκ όπου αποφασίσαμε να πιούμε μέχρι να γίνουμε λιάδα. Ωραία ήταν, αν και ο τόπος ήταν γεμάτος μεσήλικους κάμπερς, με αποτέλεσμα να είμαστε οι μοναδικοί που κατεβάζαμε λίγο τον μέσο όρο ηλικίας. Αναθεματισμένοι χίπηδες, ακόμα δεν εξαφανιστήκατε;
Τυπικό δείγμα συνκαμπιτών.


Την επόμενη μέρα αφήσαμε πίσω μας το κάμπινγκ, μαζι με μερικές καλοδιαλεγμένες κατάρες που αφορούσαν την ιδιοκτήτρια και καταφτάσαμε περήφανοι και ταλαιπωρημένοι από το hangover στο Μπορντώ (δεν μπορώ να θυμηθώ αν γράφεται με 'ο' ή 'ω'. Καλά, έτσι κι αλλιώς πόσοι θα το διαβάσουν αυτό;) Το Μπορντώ…ψάχνω στα χειρόγραφά μου και δεν έχω γράψει κανένα αξιοθέατο…Τι να πω, ξέρω ότι έχει καλά κρασιά. Έτσι κι αλλιώς η συγκεκριμένη πόλη ήταν απλώς μια στάση στο δρόμο για το…

ΛΑΚΑΝΩ

(με τον τόνο στο 'ω'. Γαλλία είμαστε, θέλετε και τόνους στα τοπωνύμια; Όλα στη λήγουσα! Και όχι, δεν κλίνεται, λακανώ-λακανείς κλπ. Κρυάδες.)

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου (πάντα ήθελα να το χρησιμοποιήσω αυτό πριν γράψω την αυτοβιογραφία μου) ήθελα να κολυμπήσω σε έναν ωκεανό. Είναι ψυχολογική η διαφορά. Καλά να κολυμπάς στις θάλασσες της Ελλάδας, έστω και στο Αιγαίο, αλλά είναι τελείως άλλο πράγμα να λες:
“Έχω κολυμπήσει στον Ατλαντικό.”


Αυτό μπορεί να σε κάνει ανάρπαστο σε μια παρέα παντελώς άγνωστων ατόμων (όπως οι φίλοι μιας χρήσης που αναφέραμε στο προηγούμενο άρθρο – αρκεί να μπορείς να συνεννοηθείς μαζί τους) μιας και η φαντασία σου μπορεί να οργιάσει: ναυάγια, μάχη με καρχαρίες, αποφυγή πυρηνικών υποβρυχίων, τα πάντα – αναλόγως βέβαια της ευπιστίας του ακροατηρίου και των λίτρων μπύρας που έχουν καταναλωθεί.


Οι προσπάθειες μας να βρούμε κενή θέση σε ένα από τα δύο κάμπινγκ 700 θέσεων που υπήρχαν εκεί κοντά απέβησαν άκαρπες, οπότε η μόνη λύση ήταν να βουτήξουμε και να φύγουμε για Παρίσι (μα πόσο πιο κοσμοπολίτες μπορούσαμε να γίνουμε!).


Το Λακανώ διέθετε μια απέραντη παραλία χωρισμένη σε τρεις τομείς: πράσινο, κίτρινο, κόκκινο. Στον πράσινο τομέα (ο οποίος ήταν και ο πιο μικρός σε πλάτος) πλατσούριζαν ανέμελα εκατοντάδες μπαϊλντισμένα άτομα. Ο κίτρινος τομέας ήταν κλειστός για το κοινό, ενώ αν κατάφερνες (λέμε τώρα) να περάσεις από εκεί και να φτάσεις στον κόκκινο – που απαγορευόταν δια ροπάλου – αποκλείεται να επιζούσες. Υποθέσαμε ότι αυτοί οι τομείς ήταν απαγορευμένοι λόγω επικίνδυνων ρευμάτων και μιας και κανείς δεν μας το διέψευσε, αποφασίσαμε ότι αυτός ήταν ο λόγος.
 

Πάντως κάποια άτομα πέρασαν κάποια στιγμή στον κίτρινο τομέα και κατέβηκε ελικόπτερο να τους μαζέψει, κάνοντας τους ρεζίλι σε όλο το κοινό της παραλίας που είχε βρει τρόπο να περάσει την ώρα του παρακολουθώντας τους.
Η θάλασσα ήταν ωραία, με μεγάλα κύματα και αμμουδιά. Αν ξεπερνούσες τον φόβο του να σου έρθει καμιά σανίδα του σερφ κατακούτελα μπορούσες άνετα να το διασκεδάσεις. Έτσι κι αλλιώς η ακύμαντη θάλασσα είναι για τους γέρους.
Κολύμπησα με την ψυχή μου μέχρις ότου τρεις διαδοχικές κράμπες στη γάμπα με ανάγκασαν να αποσυρθώ άδοξα. Ο Θανάσης είχε ήδη αποχωρήσει κανένα τέταρτο νωρίτερα με μια παραιτημένη έκφραση ζήλιας στο γεμάτο γωνίες πρόσωπο του και καθόταν στην παραλία βλέποντας τους σέρφερ και κάνοντας βουντού από μέσα του.
Ανέφερα ότι ο Θανάσης είναι παθιασμένος με το σερφ; Αν μπορούσε θα έπαιρνε και την σανίδα μαζί του, οπότε μετά θα κοιμόμασταν τελείως έξω από την σκηνή. Ευτυχώς η λογική (σερβιρισμένη με μερικά πειστικά επιχειρήματα κτηνώδους και δυναμικής κυρίως φύσεως) επικράτησε.

Αυτός δεν είναι ο Θανάσης. Αλλά έχει δει πολλά βίντεο με surfing στο ίντερνετ.





ΠΑΡΙΣΙ

Υπάρχει ένας θρύλος που θέλει τους Γάλλους να έχουν ανακαλύψει τα αρώματα μόνο και μόνο για να καλύψουν την φυσική μυρωδιά που δημιουργείται όταν κάποιος δεν πλένεται συχνά. Είναι γνωστή η ιστορία για τον βασιλιά Λουδοβίκο τον 14ο (ζωή να 'χουν) που έκανε μπάνιο μια φορά το χρόνο (ημίμετρα – ή κάνεις ή δεν κάνεις! Αποφάσισε τι θες.)
Και είμαι εγώ αγαπητέ αναγνώστη που θα αποκαλύψω την αλήθεια πίσω από τον θρύλο! Από δω και πέρα όταν θα ακούς αυτή την ιστορία θα λες: “ΝΑΙ! ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΙΝΗ! ΤΗΝ ΔΙΑΒΑΣΑ ΚΑΠΟΥ!” και το κάπου θα αναφέρεται σε μένα.


Μιας λοιπόν και οι κάτοικοι κρίνονται από την πόλη στην οποία μένουν, σας διαβεβαιώνω ότι ο θρύλος είναι αληθινός. Πιθανόν να υπάρχουν και πιο βρώμικες πόλεις από το Παρίσι (ίσως η Καλκούτα ή το Χονγκ-Κονγκ) αλλά είναι η αντίθεση περί της Πόλης του Φωτός και της πραγματικής κατάστασης που επικρατεί που κατατάσσει την συγκεκριμένη πόλη σε μια από τις χειρότερες. Αυτό και η έλλειψη αντικειμενικότητας από μεριάς μου.

Άσχετη εικόνα που εκφράζει την άποψη μου για τους βρωμογάλλους.
Κατά τα άλλα, τα γνωστά: το Μουσείο του Λούβρου (περάσαμε απέξω γιατί βιαζόμασταν. Πάντως είχε ουρά κανά χιλιόμετρο), η Αψίδα του Θριάμβου (για την οποία ως διαβασμένος έδωσα στον Θανάση σημαντικές κι εντελώς λανθασμένες πληροφορίες ότι είχε χτιστεί την περίοδο του Ναπολέοντα – παρόλο που υπήρχαν επιγραφές αφιερωμένες σε νεκρούς του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου), τα Ηλύσια Πεδία, ο Πύργος του Άιφελ και η Παναγία των Παρισίων. Οφείλω να ομολογήσω ότι ο Πύργος του Άιφελ δεν με εντυπωσίασε καθόλου. Σαν κάποιος να είχε πάρει τις ράγες από έναν σιδηρόδρομο και να σκέφτηκε “Τι να τις κάνω τώρα; Γάμα το, θα τις παραπετάξω κάπου εδώ” κι έτσι στήθηκε ο Πύργος. Για να μην αναφέρω πάλι τα σεξουαλικά υπονοούμενα που αφήνει το σχήμα του. Τουλάχιστον δεν γέρνει σαν την Πίζα. 

Η Παναγία των Παρισίων όμως με εντυπωσίασε πάρα πάρα πολύ. Μου θύμισε το Βατικανό και τους καθεδρικούς του. Πολύ ωραίο κτίριο. Μπράβο που έχετε και κάτι καλό στην κωλοπόλη σας (και τον Λούβρο, μην ξεχνιόμαστε).
Πέρα από αυτά βόλτες με τον σιδηρόδρομο (σχεδόν το ίδιο βρώμικος με τον δικό μας) και δείπνο σε ένα πάρκο με τοστ και αρακά κονσέρβα στη θέση της σαλάτας. Ε, Παρίσι είμαστε, ας το κάψουμε μια μέρα.

Στην όμορφη και ηλιόλουστη Γαλλία με τους Γάλλους μείναμε τελικά μόνο τρεις μέρες. Λίγες μέρες παραπάνω και θα μας πήγαιναν μέσα για φόνο, αφού κανείς – ΜΑ ΚΑΝΕΙΣ! - δεν μιλούσε αγγλικά. Και οι Ιταλοί δεν μιλούσαν, αλλά τουλάχιστον προσπαθούσαν να σε εξυπηρετήσουν. Ελπίζω ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος να ξεκινήσει από την Γαλλία (πάντα το γράψιμο έβγαζε τον καλύτερο εαυτό μου προς τα έξω).

Χνιε χνιε.

Μέσα στο τρένο λοιπόν και πάλι και, αφού προσπερνάμε το αδιάφορο Βέλγιο, βουρ για την...
ΟΛΛΑΝΔΙΑ!


(την οποία θα επισκεφθούμε στο τρίτο και τελευταίο μέρος)


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...