Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Ο Χάρος βγήκε παγανιά: ΔΙΧΑΣΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ (Επεισόδιο 5)

Βαριέμαι να ξαναλέω τα ίδια για το Χάρο με τα κοκάλινα αρχίδια και τα ποιήματα και τις βαρκάδες στον Αχέροντα, οπότε όσοι δεν έχετε διαβάσει τα προηγούμενα επεισόδια και την εισαγωγή, εδώ πρώτα:
(Ναι, αυτά είναι links. Πατήστε πάνω τους.)

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 1

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 2

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 3

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 4


ΠΡΟΣΟΧΗ: ΤΕΛΙΚΑ, ΔΕΝ ΙΣΧΥΕΙ Η ΚΑΤΑΤΜΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΕΙΣΟΔΙΩΝ ΣΕ PARTS ΠΟΥ ΑΝΕΦΕΡΑ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ ΜΕ ΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 4, ΓΙΑ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ.
Π.Χ. ΔΕ ΓΟΥΣΤΑΡΩ ΚΑΙ ΤΈΤΟΙΑ.
ΣΥΝΕΠΩΣ, ΤΟ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΒΑΦΤΙΖΕΤΑΙ "ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 4" ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΟΝ "ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 5". ΤΡΕΛΗ ΔΙΑΦΟΡΑ.

Ψάξτε πάλι για το χαζό το λάθος και βάλτε και το rainymood για ατμόσφαιρα και χιπστεριά.
http://www.rainymood.com/


ΔΙΧΑΣΜΕΝΟΣ ΣΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ

Επεισόδιο 5


Πύρκαυλος βασιλέας των πάντων - Ήλιος
επιβλέπει κβαντισμένα το μόχθο των θνητών
Πατερναλίζοντας και πρόδρομος - Απρίλιος
κρυφοκοιτάει δειλά το λάκο των ακατάσχετων πνιγμών.

Μια ησυχία αβάσταχτη κουφαίνει τους νεκρούς
Δυο αναλαμπές της μνήμης τάχα στρέφουν
το βλέμμα το κενό προς τους ευωδιαστούς
κήπους που στους ορίζοντες αντάμα θα συντρέχουν.

Σφυρηλατεί το παρελθόν τις πόρτες της αλήθειας
Νοσταλγικός και σκοτεινός γείρει ο νους
και όλα χαλαρώνουν
αποδομώντας σκέψεις και συλλογισμούς
σαν τέκνο μιας παλιάς και άσχημης συνήθειας.

Απόκρημνα και δυσανάλογα μονοπάτια
ξεδιπλώνουν το σπέρμα της ματιάς
έπεα πτερόεντα σαν πτηνά παρυδάτια
σαν κλωστές, σα νημάτια
μαριονέττας της πνευματικής εσχατιάς.


   Ενώ ο Ήλιος σβήνει το σκοτάδι και το ανοιξιάτικο κρύο από το διάβα του Γιόχαν, αυτός προχωράει ασταμάτητα με την προσοχή του να διαμελίζεται από το σύμπλεγμα των ακάθαρτων και θολερών του αναμνήσεων και προβληματισμών, ενώ η έλλειψη του νερού, του φαγητού και του σεξ τον οδηγεί σε πλήρη απόγνωση.
Ψευδοάσεις με λιμνούλες καθαρού γλυκού νερού σε τροπικά μέρη με άπειρο φαγητό και άπειρους ψωλοφόρους αράπηδες κατακλύζουν το γαμημένο μυαλό του Γιόχαν και αυτός καυλώνει.


Καυλώνει με την φαντασία του και το ξέρει πολύ καλά. Άλλωστε έτσι καύλωνε και με το "ναζιστή του"... στα δήθεν κρυφά από τον εαυτό του.
   Καυλοπυρέσσων ο Γιόχαν, ξεκουμπώνει το παντελόνι του και αρχίζει να αυνανίζεται με την χοντρή και καυτή άμμο, ενώ αυτή επιχρύσωνε το ταλαντούμενο καυλί του και παράλληλα το παρατημένο μπαμπού ερχόταν σε στενή επαφή με το δωδεκαδάκτυλό του.
Τα ζεστά του χύσια ήταν αρκετά για να προκαλέσουν μια στιγμιαία έκλειψη ηλίου στον αμφιβληστροειδή του Γιόχαν, αλλά και η ζέστη αρκετή για να ξεραθεί το σπέρμα και να κεχριμπαρίσει κάτω από τα ιμάτια του πορφυρού αυτού αστέρος.

   Ο Γιόχαν έπρεπε οπωσδήποτε να βρει βοήθεια σε κάποιο κοντινό χωριό και έτσι χρησιμοποίησε όλα τα μέσα που είχε στη διάθεσή του: βρύα και οδήγηση βράχων.
Ενώ ο ήλιος γέρνει στο όμορφο μούχρωμά του, ο Γιόχαν πλησιάζει κοντά σε μια περιοχή που μοιάζει με κατοικημένη.
Στο μεγάλο δρόμο που οδηγεί στο αγροτικό χωριό υπάρχει μια ταμπέλα. Είναι βαμμένη με άσπρη μπογιά για να μην μπορείς να δεις τι γράφει και έχει γραμμένο με αίμα: "ΦύγεΑπόΔώΜπάσταρδε Δήμος ΤιΡε;Ξύλο;"
   Το ψευδεπίγραφο όνομα του χωριού και το αίμα δεν πτοούν τον Γιόχαν, ο οποίος φουλαρισμένος με αυτοπεποίθηση και καύλα ορμάει προς το χωριό.
"Ἁχ, μακάρι να βρω κάποιο καλό κύριο να με γαμήσει. Και μετά ας μου δώσει νερό. Αααχ Γιόχαν τι λες!! Συγκεντρώσου", αναφέρει επιτακτικά ο Γιόχαν στον εαυτό του.
  Ο ήλιος κρύβεται σιγά σιγά και πυκνά σύννεφα σκεπάζουν την ουράνια σφαίρα.


Μια οπτική γωνία του χωριού.


   Το χωριό ήταν αρκετά τρομακτικό και βρώμαγε θανατίλα. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Αίματα στους δρόμους, σκατά στα δέντρα, σκαλισμένα ξύλα με αναπαράσταση αποκεφαλισμών, επιγραφές τύπου "Κάψτε τις μάγισσες!" και σκορπισμένα σάπια πτώματα παντού.
Στην κεντρική πλατεία, πάνω σε έναν σιδερένιο στύλο ήταν κρεμασμένο ένα πτώμα με λιωμένη σάρκα και κάτω του καμένα ξύλα και κρέατα, ενώ στα γύρω δέντρα ήταν καρφωμένα στο κεφάλι με τσουγκράνα σκελετωμένοι άνθρωποι με σπέρμα στο στόμα και χωρίς γεννητικά όργανα.

   Ο Γιόχαν αηδιασμένος μπαίνει στο προαύλιο ενός σχολείου για να πιει νερό από τις βρύσες. Οι βρύσες όμως, βγάζανε μόνο λασπωμένο αίμα.
Ένα γέλιο ακούγεται. Ο Γιόχαν κλείνει τα μάτια και τονίζει την ακουστική του ικανότητα. Ήταν ένα μοχθηρό γέλιο από μακριά.
Ο Γιόχαν κοιτάει στα δεξιά του και βλέπει δυο τύπους: ο Α κόβει την ψωλή του Β με τα νύχια και μετά γράφει με αυτή (με την πλευρά που κόπηκε) στον τοίχο "ΠΑΟΚ ΞΕΡΩ ΓΩ ΞΕΡΩ ΓΩ ΕΝΤΑΞΕΙ", ενώ Β συλλέγοντας όση δύναμη του απέμεινε του δαγκώνει τ΄αρχίδια και τα τρώει με μανία!
Αφού και οι δύο πέφτουν ξεροί, ένας τρίτος πιο μεγαλόσωμος έρχεται και βιάζει σπιθαμή προς σπιθαμή τα πτώματα και έπειτα φτιάχνει ένα μείγμα από το σπέρμα του και τα αίματα των άλλων δύο και με αυτό γράφει "ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΙΣ ΜΑΓΙΣΣΕΣ".
   Ο Γιόχαν έντρομος κρύβεται πίσω από τους θάμνους ελπίζοντας να μην τον πάρει είδηση ο πτωματογαμιάς -δεν ήθελε να μπλέξει με τέτοιες καταστάσεις.
Εκείνος, στρέφει το απάνθρωπο παρουσιαστικό του προς το σχολείο και προλαβαίνει και βλέπει το Γιόχαν και τον χαιρετά!
Ο Γιόχαν παρατηρεί την κίνηση αυτή, αλλά επιλέγει βιαστικά να κρυφτεί και μετά από 1 λεπτό συνειδητοποιεί τι έγινε.
"Με χαιρέτησε;; Εμένα;; Δεν τον έκοψα και πολύ ευγενικό...", αναρωτιέται και κρυφοκοιτάει, αλλά ο τύπος είχε χαθεί μες στην ομίχλη.

   Το ανησυχητικό της όλης υπόθεσης ήταν πως ο Γιόχαν έχει χάσει τη μάσκα του και είναι πλήρως εκτεθειμένος. Έτσι, αποφασίζει να ακολουθήσει μικρά μονοπάτια, προς αποφυγήν περίεργων συναντήσεων, για να εξερευνήσει το χωριό.

Είχε υγρασία και συννεφιά εκείνη την ώρα στην εκκλησία.


   Φτάνει στην επιβλητική εκκλησία του χωριού από το πίσω μέρος. Στην κορυφή του μεγάλου τρούλου δεσπόζει ένας πελώριος κόκκινος σταυρός που, περιέργως, γέρνει και μοιάζει περισσότερο με Χ, ενώ διάφορα καλώδια συνδέονται με αυτόν.
Ακούγονται βήματα στα χόρτα! Ο Γιόχαν εκσφενδονίζεται στους θάμνους! Τα βήματα στα χορτάρια μετατρέπονται καυλωτικά σε βήματα τακουνιών σε τσιμέντο.
   Μια κοπέλα με κατάμαυρα μαλλιά,κόκκινη φούστα και αρκετό, αλλά σέξυ, φρύδι εισέρχεται κι αυτή από το πίσω μέρος. Ο Γιόχαν αναρωτιέται αν τον ακολούθησε ή αν έστω τον είδε και ανησυχεί. Τα 'κλασε λίγο με την όλη κατάσταση.
Το πρώτο πράγμα που παρατηρεί ο Γιόχαν με το που περνάει μπροστά του η κοπέλα είναι Η ΚΩ-ΛΑ-ΡΑ ΤΗΣ! Αν και ομοφυλόφιλος, ξέρει να αναγνωρίζει την αρτιότητα της γυναικείας φύσης όταν υπάρχει. Γεμάτος θαυμασμό και ζήλια αποφάσισε να την ακολουθήσει και να της μιλήσει, μιας και φαινόταν αρκετά πιο φυσιολογική από τους άλλους.

   Μπαίνει στην εκκλησία κοκκινοφορούσα κόρη με τα φρύδια και την κωλάρα και μετά από λίγο με αργά βήματα εισέρχεται και ο Γιόχαν και κάθεται αντιδιαμετρικά της, ώστε να μπορεί να τη βλέπει, χωρίς να καρφωθεί. Ένιωθε άβολα, οπότε μελετούσε κάθε κίνησή του.
Εν τω μεταξύ, η εκκλησία άδεια.
3 λεπτά και 42 δευτερόλεπτα αργότερα βγαίνει ο ιερέας. Ο Πάτερ φορούσε μπαντάνα στο κεφάλι και έπαιζε ένα μεγάλο όργανο.
"Πούτσα δεν είναι, τηλεσκόπιο δεν είναι, άρα είναι μπάσο!", συλλογίστηκε ο Γιόχαν με αφαιρετική λογική συνέπεια.
   Μετά από ένα τεταρτάκι κυριεελεησα, ο πάτερ κλείνει τον ενισχυτή του μπάσου και χτυπάει την καμπάνα 1 φορά! Τι αποκρουστικός ήχος για καμπάνα!
"Μάγκες! Φέρτε τον αράπη! Αρχίζει η διαδικασία της Θείας Κοινωνίας!"
Ξάφνου, out of the blue που λένε και στο χωριό μου, δεκάδες άνθρωποι μπουκάρουν μέσα με μαχαιροπίρουνα! Η φρυδάτη κωλαρού βγάζει από την τσάντα της ένα μπλοκ ζωγραφικής και ένα μεγάλο μολύβι με παχιά μύτη. Με μια γρήγορη ματιά, φαινόταν τελείως διαφορετική από τους υπόλοιπους -σα να μην άνηκε εδώ- γεγονός που ενθάρρυνε τον Γιόχαν να την πλησιάσει.

   Ο Γιόχαν προσπάθησε να κρύψει το πρόσωπό του και χώθηκε σε μια γωνία παρακολουθώντας τη συνέχεια της ιδιόμορφης Λειτουργίας.
   2 μαυροντυμένοι κουλοχέρηδες φέρνουν ένα γυμνό μελαμψό άνθρωπο μπροστά στον ιερέα.
Είχε μακριά μαλλιά, μουσάκι και πελώρια μύτη και αναφωνούσε τον ορισμό του υπερβολικού συνημιτόνου λες και ήταν εισιτήριο για τη σωτηρία του. Διαρκείας.
Τον δένουν με παχιές και σκουριασμένες αλυσίδες στο έδαφος, ενώ οι μπουρτζόβλαχοι στο κοινό αναφωνούσαν "ΠΑΟΚ ΟΛΕ! ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΤΙΣ ΜΑΓΙΣΣΕΣ!" και τον έφτυναν. Τότε ο ιερέας κάνει στην άκρη τα μακριά ιμάτιά του και αποκαλύπτει την ψωλάρα του! Αρχίζει και γαμάει με δύναμη και λαγνεία τον αραπάκο, ενώ του έσπαγε την σπονδυλική στήλη με το μπάσο και αυτό έκανε feedback. Οι κουλοί ακόλουθοί του μάζευαν ένα ένα τα σπασμένα κόκαλα και τα έψηναν με τους φλεγόμενους δαυλούς τους.
Η μαυρομάλλα τύπισσα δάκρυζε και ταυτόχρονα ζωγράφιζε τη σκηνή στο μπλοκ της!

  "Λάβετε φάγετε! Τούτο εστί το σπέρμα μου! Λάβετε φάγετε! Τούτο εστί το σώμα και το αίμα της κάθαρσις!", αναφώνησε ο ιερέας, ενώ έχυνε μέσα στον άλικο τάφο του άτυχου μαυρούλη.
Τότε, όλοι μπαίνουν σε σειρά, και ένας ένας βουτάει ψωμί στο μεδούλι και στο αίμα του νεκρού και το τρώει. Πολλοί μάλιστα πιέζουν τη μύτη του για να πάρουν αίμα. Άλλοι βουτάνε τις ψωλές του ουρλιάζοντας "ΜΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΙΜΑ ΒΟΗΘΑ ΜΕ ΘΕΕ ΜΟΥ ΝΑ ΚΑΝΩ ΤΕΚΝΑ ΜΠΑΣΤΑΡΔΑ ΠΟΥ ΘΑ ΣΕ ΥΠΗΡΕΤΟΥΝ ΚΑΙ ΘΑ ΕΧΟΥΝ ΩΡΑΙΟ ΚΩΛΟ", και άλλοι τον τεμαχίζουν και γαμάνε τα τεμάχια ψιθυρίζοντας προσευχές. Γυναικόπαιδα καβαλάνε τη μύτη του λες και είναι η καλύτερη ψωλή του κόσμου και οι ηλικιωμένοι τρώνε τα εντόσθια.

   Η αποτρόπαια εικόνα είχε παρουσιαστεί σουρεαλιστικά στο πορτραίτο της νεαρής ζωγράφου και ο Γιόχαν αποσβολωμένος ήταν έτοιμος να καταρρεύσει θανατώνοντας κάθε εναπομείνουσα ελπίδα.
Κάνει εμετό πάνω στα ρούχα του και τον τσούζουν οι πληγές του. Βάζει το χέρι στην τσέπη να πάρει ένα από τα παυσίπονα που του έδωσε ο τυπάκος πίσω στο στρατόπεδο και εκεί πιάνει ένα μικρό χαρτάκι που δεν το θυμόταν. Το ανοίγει και διαβάζει: "Πάρε. Αυτά είναι παυσίπονα! Πήγαινε στο διπλανό χωριό και θα βρεις βοήθεια! Είναι «το μέρος». Αν εκεί δεις την Άννα, προσπάθησε να την αποφύγεις."
Άννα;; Ποια Άννα;; Μήπως πρόκειται για την τύπισσα με τα κόκκινα;;

Ο Γιόχαν κοιτάει προς το μέρος της και αυτή προς το μέρος του Γιόχαν! Τον βλέπει, γουρλώνει τα μάτια, κρατάει με δύναμη την κοιλιά της σα να σφάδαζε από πόνο και αρχίζει και τρέχει! Βγαίνει έξω και ο Γιόχαν την ακολουθεί! Μες στο σκοτάδι και την ομίχλη, όμως, χάνει τα βήματα της.....

........to be continued........

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ 6

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...