Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Αναζητώντας τον πρίγκιπα.

Η Αθανασία γνώρισε τον Μάνο μια βροχερή μέρα του Νοέμβρη στο Facebook. Είχε ορκιστεί ότι δεν θα αναζητούσε ποτέ τον έρωτα μέσα από το διαδίκτυο (μιας και αυτό αποτελείται κυρίως από ανώμαλους και άσχημους), αλλά κάτι μέσα της σκίρτησε όταν είδε τον Μάνο να ποστάρει στο group "ΚΡΑΤΑΜΕ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ STATUS UPDATE".




Είχε βαρεθεί να βλέπει τα ίδια και τα ίδια, ανέκδοτα, αστείες φωτογραφίες, επιδρομές τρολλ μετά τα μεσάνυχτα και όταν ο Μάνος πόσταρε εκείνη την γλυκούλικη φωτογραφία από ένα μωρό μέσα σε μια τριανταφυλλένια καρδούλα, το πρόσωπο της φώτισε κι αμέσως του έκανε Like.


Για το επόμενο διάστημα ανταλλάσσανε Like και σχόλια στο group αλλά κανείς από τους δύο δεν τολμούσε να στείλει αίτημα φιλίας στον άλλον. Ως που μια μέρα της κάνει poke. Το βλέπει και σκέφτεται πως πρέπει να του κάνει κι αυτή. Της φάνηκε λίγο χαζό ωστόσο που απλά την σκούντηξε και δεν μπήκε στον κόπο να της στείλει αίτημα φιλίας. Δεν το σκέφτηκε πολύ όμως, μιας κι έπρεπε να κοιμηθεί γιατί είχε πρωινό ξύπνημα.


Το επόμενο πρωί στην δουλειά, άνοιξε χαρωπή-χαρωπή το Facebook μόνο και μόνο για να βρει ακόμη ένα σκούντημα από τον Μάνο. Βαριεστημένα και σχεδόν ξενέρωτα, τον σκούντηξε κι αυτή. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα όμως έλαβε κι άλλο σκούντημα, κι όσο του απαντούσε με τον ίδιο τρόπο τόσο την σκουντούσε κι αυτός.


Ως που κουράστηκε κι αποφάσισε να του στείλει μήνυμα:


Αθανασία: Καλημέρα! Θα μπορούσες να μου στείλεις ένα αίτημα φιλίας ξέρεις...
Μάνος: Κάνε με add, είμαι block.


Κι έτσι η Αθανασία κατάλαβε πως ο μόνος λόγος που την σκουντούσε ήταν αυτός. Του έστειλε αίτημα φιλίας κι έτσι άρχισαν να μιλάνε και να γνωρίζονται μέρα με την μέρα περισσότερο.


Ο Μάνος ήταν πολύ γλυκός, της μιλούσε ποιητικά, της αφιέρωνε τραγούδια και της έστελνε φωτογραφίες από μωρά και κουταβάκια. Δεν ήταν ακριβώς θεός σκεφτότανε, αλλά όφειλε να του δώσει μια ευκαιρία λόγω χαρακτήρα. Στο πίσω μέρος του μυαλού της ωστόσο υπήρχε πάντοτε η απορία για το γιατί ο Μάνος ήταν block, αλλά δεν έδωσε σημασία. Τα λόγια του Μάνου την είχαν συνεπάρει. Η Αθανασία ήτανε πάντοτε ρομαντική, γεννημένη και μεγαλωμένη στην επαρχία, ήρθε στην Αθήνα με μοναδικό όνειρο να βρει τον πρίγκιπα του παραμυθιού, του δικού της παραμυθιού. Που θα την πάρει μακριά από την μίζερη δουλειά της, την μικροαστή πραγματικότητά της και θα την ταξιδέψει μακριά, θα την ανεβάσει στα σύννεφα. Για πρώτη φορά λοιπόν, μετά από τόσο καιρό ψαξίματος, βρήκε αυτόν τον πρίγκιπα στον Μάνο. Στον Μάνο, που ήταν σαφώς πιο περπατημένος, αλλά η λογική της της έλεγε πως είναι απαραίτητο προσόν στον άνδρα να είναι και λίγο έμπειρος.


Η απόφαση και η ανάγκη του να βγούνε για καφέ ήταν κοινή. Ο Μάνος όμως, σαν Κύριος, έπρεπε να κάνει την πρώτη κίνηση και το ήξερε αυτό. Της το πρότεινε και βγήκαν. Από κοντά τα πράγματα ήταν κάπως κρύα αρχικά, αλλά όσο περνούσε η ώρα, η Αθανασία γοητευόταν όλο και περισσότερο από τον Μάνο. Μετά από αυτόν τον καφέ υπήρξαν κι άλλοι, πολλοί καφέδες και ποτά. Οι κλήσεις στο Skype με την Αθανασία να πετάει υπονοούμενα στον Μάνο, δίναν και παίρναν


Έτσι, αφού ο Μάνος πλέον είχε κουραστεί να "τα πλένει στα χέρια" της πρότεινε να πάει στο σπίτι του για "ταινία". Η Αθανασία, συμφώνησε πως πια είχε έρθει εκείνη η ώρα που θα άνοιγε την καρδιά της και τα πόδια της, που θα έδινε την παρθενιά της σε έναν, κατά την γνώμη της, πραγματικό πρίγκιπα.


Έφτασε στο σπίτι του γύρω στις δέκα κι αυτός την περίμενε ντυμένος casual. Το σπίτι του ήταν αρχοντικό, όπως αρμόζει σε έναν πρίγκιπα. Την προσκάλεσε στο σαλόνι και καθίσανε στον αναπαυτικό, δερμάτινο, μαύρο καναπέ. Πριν προλάβει καλά-καλά να ξεκινήσει η ταινία είχαν πλέον αρχίσει να φιλιούνται. Είχαν ιδρώσει με το πάθος που φούντωνε ανάμεσά τους ως που ο Μάνος, με μια κίνηση αστραπή που είχε μάθει από την μεγάλη του εμπειρία, έρχεται από πάνω της, την φιλά, την κοιτά στα μάτια και τοποθετεί το μαντίλι με τον αιθέρα πάνω από την μύτη και το στόμα της. Η Αθανασία πάλεψε για λίγο, αλλά δεν είχε πραγματικά ελπίδες να δραπετεύσει. Έπειτα από λίγο έχασε τις αισθήσεις της.


Ξύπνησε λίγο αργότερα, γυμνή και δεμένη πάνω σε ένα μακρόστενο τραπέζι, σε ένα άγνωστο δωμάτιο, μόνο και μόνο για να βρει τον Μάνο, τον πρίγκιπα της, ντυμένο γυναίκα να έχει μπροστά του ένα σερβίτσιο και κηροπήγια.


Μάνος: Μην μπεις στον κόπο να φωνάξεις, δεν θα σε ακούσει κανείς εδώ.
Αθανασία: ΑΣΕ ΜΕ ΝΑ ΦΥΓΩ ΜΑΛΑΚΑ!!!
Μάνος: Θα ξεκινήσω με τα άκρα σου. Ένα μικρό κομμάτι κάθε μέρα. Δεν θα πειράξω τα ζωτικά σου όργανα στην αρχή.
Αθανασία: ΑΣΕ ΜΕ ΣΟΥ ΛΕΩ ΠΟΥΣΤΗ, ΑΝΩΜΑΛΕ!!!


Ο Μάνος σηκώθηκε ήρεμος και πήγε στην μία άκρη του δωματίου όπου και σήκωσε από το πάτωμα ένα αλυσοπρίονο. Το έβαλε μπρος και της έκοψε το αριστερό πόδι με αυτό. Η Αθανασία ουρλιάζοντας και κλαίγοντας τον παρακαλούσε να μην το κάνει, ο Μάνος όμως είχε πάρει την απόφασή του και ήταν μια απόφαση που είχε πάρει ξανά και ξανά στο παρελθόν, καθώς είχε φάει, χωνέψει και αφοδεύσει άλλες 5 γυναίκες ως τώρα.


Οι επόμενες μέρες για την Αθανασία πέρασαν και φύγανε κι αυτή τις ζούσε σχεδόν αποσπασματικά, μιας και λιποθυμούσε συνεχώς από τους φρικτούς πόνους. Όταν καμιά φορά άνοιγε τα μάτια της, έβλεπε τον Μάνο, τον άνδρα που θα την έκανε γυναίκα για πρώτη φορά απέναντί της, να φορά μια ξανθιά περούκα, γεμάτο αίματα, να γευματίζει με τις ωμές τις σάρκες. Άλλες φορές πάλι απόλυτο σκοτάδι. Ούρλιαζε και ούρλιαζε μέχρι να σκιστούν και να κομματιαστούν οι φωνητικές τις χορδές, αλλά τελικά, για ένα πράγμα ήταν ειλικρινής ο Μάνος. Δεν την άκουσε ποτέ κανείς.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...