Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Κριτική: Maniac (2012)


Αγαπητοί σινεφίλ (αρχίδια σινεφίλ είστε, ψώνια, όχι πως κι εγώ είμαι καλύτερος) και μη,

Για την πρώτη (κι ελπίζω όχι τελευταία) κριτική ταινίας που γράφω (ναι, χρειάζεται που και που να γράφω και τίποτα διαφορετικό για να ξελαμπικάρω από τον κυκεώνα άσχετων κι άρχηστων γνώσεων)  επέλεξα το Maniac του Frank Khalfoun, ο οποίος επέλεξε να σκηνοθετήσει το remake μίας από τις πιο γνωστές cult ταινίες τρόμου των '80's.


 Aν αυτή η φάτσα δεν είναι καλτ, τότε κι εγώ δεν ξέρω τι είναι πράγματι.

 Δεδομένης της ωμής, πρωτόγονα σοκαριστικής βίας της πρωτότυπης b-movιάς και τις προηγούμενες ταινίες του Khalfoun (π.χ. το P2: ξανθιά εργασιομανής γκόμενα που την κυνηγάει σε υπόγειο πάρκινγκ ανώμαλος παρκαδόρος για παραπάνω από ΜΙΑΜΙΣΗ ΓΑΜΗΜΕΝΗ ΩΡΑ), οι προσδοκίες μου δεν ήταν υψηλές (ναι, αυτό λέγεται προκατάληψη).

Toυλάχιστον η γκόμενα έχει ωραία βυζγιά. (Για τον άλλο ουδέν σχόλιον.)

 Παρόλ'αυτά, αποφάσισα να του δώσω μια ευκαιρία κι έτσι για την αλλαγή, να σταματήσω να είμαι τόσο προκατειλημμένος με τις ταινίες που πάω να δω (ένας από τους λόγους που κάνω πάντα τουλάχιστον μισάωρο μέχρι να διαλέξω κάποια). Και η ταινία με δικαίωσε με τον καλύτερο τρόπο (όπως και τον Κ.Π. που μου την συνέστησε).

Ο "Ματωμένος Γάμος" του Λόρκα σε μία εντελώς διαφορετική εκδοχή.

Η υπόθεση: Ένας αρρωστημένος ψυχάκιας-δολοφόνος με mommy issues που τις νύχτες ξεμοναχιάζει γυναίκες και τους αφαιρεί μέρος του σκαλπ (το αποτέλεσμα είναι κάτι μεταξύ περούκας και μπριζόλας χοιρινής με το αιματάκι) γνωρίζει (κι ερωτεύεται, ω τι πρωτότυπο) μία φωτογράφο η οποία δείχνει να ενδιαφέρεται για τη δουλειά μου μα και τον ίδιο (ξανθιά είναι, κάτι που δικαιολογεί εν μέρει το πώς ήρθε τόσο κοντά σε έναν γαμημένο ψυχοπαθή και ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕ ΧΡΙΣΤΟ μέχρι... "spoilers").

Πάλι spoilers.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Φρανκ, ο γνώριμος από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών Elijah Wood (ναι, ο Φρόντο το Χόμπιτ που μετέφερε το δαχτυλίδι).

Πραγματικά, ποιος θα μπορούσε να αισθανθεί απειλή από κάτι τέτοιο;

Τώρα θα μου πείτε, πώς στο μπούτσο τους ήρθε να βάλουν τον συγκεκριμένο σε έναν τόσο κόντρα ρόλο από αυτόν με τον οποίο τον γνώρισε το ευρύ κοινό; Αρκεί να δείτε το Sin City προκειμένου να καταλάβετε το λόγο: τι πιο πειστικό κι ανατριχιαστικό από το τέρας με την αγγελική μάσκα;

Το ξέρω, απίστευτο, αλλά είναι ο ίδιος ηθοποιός.

 Κι εδώ ο Wood καταφέρνει να συμπυκνώσει απίστευτα τη νοσηρότητα, τη μιζέρια και τον διαλυμένο ψυχισμό του ήρωα χωρίς μελοδραματισμούς και υπερβολές.

Μόνο το παγωμένο βλέμμα τα λέει όλα.

Πέρα από τον κύριο πρωταγωνιστή, η Nοra Arnezeder στέκεται πολύ καλά ως Άννα, ενώ το υπόλοιπο (κι ελάχιστο) cast πλαισιώνει ικανοποιητικά τη δυάδα.

Α ρε Φρανκ, τι τους ήθελες τους έρωτες;

Ολόκληρο το έργο παρουσιάζεται στον θεατή μέσα από τα μάτια του πρωταγωνιστή (κατά παρόμοιο τρόπο με τις gonzo/POV τσόντες). Αν και λίγο κουραστικό στην αρχή, αυτό το σκηνοθετικό ευφύημα δίνει ένα εντελώς πρωτότυπο χαρακτήρα και προσθέτει ωμή αμεσότητα στην ταινία: όλοι οι φόνοι, οι προσωπικές στιγμές, οι επαφές με τον εξωτερικό κόσμο βιώνονται μέσα από τον ίδιο τον πρωταγωνιστή, με αποτέλεσμα την αναπόφευκτη (έστω και μερική) συμπάθεια του θεατή προς το "τέρας/θύμα" του έργου.

Φόνοι, σκαλπ, μανεκέν, παραμορφωμένα είδωλα... Τι άλλο να ζητήσει κανείς?

Πέρα από τη σκηνοθεσία και τις ερμηνείες, ίσως το στοιχείο που μου έκανε τη μεγαλύτερη (θετική) εντύπωση ήταν το soundtrack: ένα ομογενές σύνολο από βαριά, απειλητική electro από έναν αινιγματικό Γάλλο που φέρνει στο μυαλό επικά OST όπως αυτά των Suspiria και Blade Runner (ιδίως το τελευταίο). Δεν υπήρχε στιγμή της ταινίας που η μουσική δεν χρησιμοποιήθηκε σωστά, με αποτέλεσμα να ενισχύεται τρομερά η όλη οπτικοακουστική εμπειρία και να δίνεται βάθος στις κατά τα άλλα λακωνικές σε διάλογο σκηνές. Ορίστε κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα:





Tώρα, στα αρνητικά (δεν είναι πολλά): Πιστεύω ότι η υπόθεση θα χωρούσε λίγο περισσότερη εμβάθυνση, ίσως με κάποιες υποπλοκές ή επιμήκυνση της κεντρικής πλοκής, καθώς ένοιωσα το σπαρακτικό τέλος να έρχεται αρκετά απότομα. Βέβαια, μπορεί αυτό να έγινε επίτηδες: λίγες φορές δέχεσαι τέτοιες κλωτσιές στο στομάχι από ταινίες του mainstream κινηματογράφου (βλέπε μακριά από arthouse χιψτεριές, μεταμοντέρνα τερατουργήματα κλπ.).


(Aυτό δε σημαίνει βέβαια πως δε βρίσκεις μαργαριτάρια κι εκεί.)

Τελικό συμπέρασμα: ένα πάρα πολύ καλό σλασεροθρίλερ που αξίζει να δείτε. (Ναι το ξέρω, θα μπορούσα να σας το πω από την αρχή και να μην σας ταλαιπωρώ με αναλύσεις στις οποίες ελάχιστοι πρόκειται να δώσουν σημασία, αλλά ως γνήσιος σαδομαζώ πάντα θέλω να παιδεύω τον εαυτό μου και τους άλλους.) Αυτά λοιπόν για σήμερα. (Τα ξαναλέμε με το νέο άρθρο άχρηστων γνώσεων σύντομα. Μέχρι τότε, εύχομαι γενικευμένη αγαμία και να σας επισκεφτεί ο Φρανκ στα όνειρα σας.)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...